Συνομιλούμε με τον Ανδρέα Βορύλλα, βουλευτή στη δύσκολη και απαιτητική περιφέρεια του Β2' Δυτικού Τομέα Αθηνών με το Δημοκρατικό Πατριωτικό Κίνημα «ΝΙΚΗ».
Ο κ. Βορύλλας είναι ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας με καταγωγή από τα μαρτυρικά Καλάβρυτα, που μεγάλωσε στο Περιστέρι. Γνωρίζει από πρώτο χέρι την καθημερινότητα, την τοπική αγορά και τις ανάγκες των δυτικών προαστίων. Παράλληλα με την έντονη επαγγελματική του πορεία στους κλάδους των καυσίμων και της εστίασης, έχει συνδέσει το όνομά του με τα αθλητικά δρώμενα της περιοχής, υπηρετώντας για χρόνια στο διοικητικό συμβούλιο της ομάδας του Ατρομήτου Περιστερίου.
Στις εκλογές του Ιουνίου 2023 εξελέγη βουλευτής με το κόμμα «ΝΙΚΗ», εκπροσωπώντας το σε κρίσιμες κοινοβουλευτικές επιτροπές, όπως η Επιτροπή Μορφωτικών και Οικονομικών Υποθέσεων.
Στη συζήτηση που ακολουθεί, μας αναλύει τις βασικές προτεραιότητες του κινήματος για την κοινωνία, την οικονομία και την πατρίδα, ενώ εστιάζει στα μεγάλα, ανοιχτά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες στη Δυτική Αθήνα.
Σε πρόσφατο άρθρο σας αναφέρετε χαρακτηριστικά ότι τα «ήρεμα νερά οδηγούν σε εθνική τρικυμία στο Αιγαίο». Γιατί πιστεύετε ότι η παρούσα διπλωματική στρατηγική εγκυμονεί κινδύνους για την Ανατολική Μεσόγειο;
Η ανησυχία μας πηγάζει από το γεγονός ότι η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει ούτε μία από τις αναθεωρητικές της διεκδικήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Αντιθέτως, βλέπουμε ότι προχωρά σε θεσμική κατοχύρωση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», επιδιώκοντας να αμφισβητήσει κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την ίδια στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση επενδύει πολιτικά στο αφήγημα των «ήρεμων νερών», δημιουργώντας την εντύπωση ότι η αποκλιμάκωση από μόνη της αρκεί για να διασφαλίσει την ειρήνη.
Η ιστορία, όμως, δείχνει ότι η ειρήνη δεν διατηρείται με ευχολόγια αλλά με ισχυρή αποτρεπτική πολιτική και ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές. Όταν η μία πλευρά προωθεί συστηματικά τις θέσεις της και η άλλη περιορίζεται σε γενικές εκκλήσεις για διάλογο, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν τετελεσμένα εις βάρος των εθνικών μας συμφερόντων.
Επιπλέον, η Τουρκία επιδιώκει να παρουσιάσει τις παράνομες διεκδικήσεις της ως δήθεν «διμερείς διαφορές» που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Γι’ αυτό θεωρούμε αναγκαία μια πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική, με αξιοποίηση των ευρωπαϊκών και διεθνών συμμαχιών μας, ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας και σαφές μήνυμα ότι ζητήματα εθνικής κυριαρχίας δεν συζητούνται ούτε τίθενται υπό αμφισβήτηση.
Σχολιάσατε έντονα τη νέα πολιτική κίνηση «ΕΛΑΣ» του Αλέξη Τσίπρα, τονίζοντας την ανάγκη να μην σβήσει η πολιτική μνήμη γύρω από γεγονότα όπως οι Πρέσπες και τα capital controls. Πώς κρίνετε αυτή τη νέα προσπάθεια ανασύνταξης της Αριστεράς;
Η προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο μέσω της «Ελληνικής Αριστερής Σύμπραξης – ΕΛΑΣ» δεν μπορεί να κριθεί αποκομμένη από το κυβερνητικό του παρελθόν. Σε μια δημοκρατία κάθε πολιτική δύναμη έχει το δικαίωμα να διεκδικεί την εμπιστοσύνη των πολιτών. Όμως οι πολίτες έχουν επίσης το δικαίωμα να αξιολογούν πρόσωπα και πολιτικές με βάση τα πεπραγμένα τους και όχι μόνο τις νέες διακηρύξεις.
Η περίοδος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ συνδέθηκε με γεγονότα που άφησαν βαθύ αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία: την περιπέτεια του 2015, τα capital controls, το τρίτο μνημόνιο, τη βαριά φορολογική επιβάρυνση της μεσαίας τάξης και το κύμα φυγής χιλιάδων νέων στο εξωτερικό. Παράλληλα, η Συμφωνία των Πρεσπών εξακολουθεί να αποτελεί για πολλούς Έλληνες ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο εθνικό ζήτημα, το οποίο προκάλεσε έντονες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις.
Αυτό που προκαλεί προβληματισμό είναι ότι η νέα αυτή πολιτική πρωτοβουλία δεν συνοδεύεται από ουσιαστική αυτοκριτική ή ανάληψη ευθύνης για τα λάθη εκείνης της περιόδου. Αντίθετα, δίνεται η εντύπωση μιας προσπάθειας πολιτικής επανεκκίνησης χωρίς απολογισμό. Η Ελλάδα χρειάζεται νέες ιδέες, σοβαρότητα και εθνική στρατηγική. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η πολιτική μνήμη δεν πρέπει να σβήσει. Δεν αποτελεί πράξη εκδίκησης, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη στο μέλλον.
Έχετε ασκήσει έντονη κριτική για το πώς τα χρέη των πολιτών μετατρέπονται σε «ψηφιακό εμπόρευμα» μέσω των νέων ηλεκτρονικών πλατφορμών. Ποια είναι η εναλλακτική πρόταση της «ΝΙΚΗΣ» για την προστασία των δανειοληπτών;
Η βασική μας διαφωνία είναι ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τα κόκκινα δάνεια ως λογιστικό πρόβλημα των τραπεζών και όχι ως κοινωνικό πρόβλημα χιλιάδων ελληνικών οικογενειών. Με τη νέα ηλεκτρονική πλατφόρμα διευκολύνεται ακόμη περισσότερο η αγοραπωλησία δανείων μεταξύ επενδυτικών σχημάτων, χωρίς να ενισχύεται ουσιαστικά η θέση του ίδιου του δανειολήπτη.
Η ΝΙΚΗ προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση, με επίκεντρο τον πολίτη και όχι τα funds. Πρώτα απ’ όλα, θεωρούμε ότι ο δανειολήπτης πρέπει να έχει δικαίωμα εξαγοράς του δανείου του με όρους αντίστοιχους με εκείνους που προσφέρονται στα funds. Δεν είναι δίκαιο ένα δάνειο να πωλείται σε επενδυτικά σχήματα με μεγάλη έκπτωση και ο πολίτης να μην έχει τη δυνατότητα να επωφεληθεί από μια ανάλογη ρύθμιση.
Παράλληλα, ζητούμε αυστηρότερη εποπτεία των servicers, ουσιαστική αξιολόγηση της πραγματικής οικονομικής δυνατότητας κάθε οφειλέτη και ειδική προστασία της πρώτης κατοικίας και της αγροτικής γης. Θεωρούμε επίσης αναγκαία τη δημιουργία ενός δημόσιου ή μικτού φορέα διαχείρισης χρέους, ο οποίος θα λειτουργεί με κοινωνικά και αναπτυξιακά κριτήρια.
Στόχος μας δεν είναι να ευνοήσουμε τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Στόχος μας είναι να προστατεύσουμε τους συνεπείς πολίτες που βρέθηκαν σε αδυναμία λόγω της πολυετούς οικονομικής κρίσης και να αποτρέψουμε τη μαζική μεταφορά ελληνικών περιουσιών σε ξένα επενδυτικά κεφάλαια.
Μέσω επίκαιρης ερώτησής σας στη Βουλή, θίξατε το ζήτημα των υπερκερδών των τραπεζών και την ανάγκη επιβολής έκτακτης εισφοράς. Πιστεύετε ότι η κυβέρνηση δείχνει ανοχή απέναντι στο τραπεζικό σύστημα εις βάρος των καταναλωτών;
Θεωρώ ότι η κυβέρνηση επιδεικνύει μια υπερβολικά επιεική στάση απέναντι στο τραπεζικό σύστημα, τη στιγμή που νοικοκυριά και επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές πιέσεις. Δεν είμαστε αντίθετοι στην ύπαρξη ισχυρών και κερδοφόρων τραπεζών. Η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της οικονομίας. Όμως η κερδοφορία πρέπει να συνοδεύεται και από στοιχειώδη κοινωνική ανταποδοτικότητα.
Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν ιστορικά υψηλά κέρδη, κυρίως λόγω της αύξησης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Την ίδια στιγμή, οι δανειολήπτες πληρώνουν ακριβότερα δάνεια, ενώ οι αποδόσεις των καταθέσεων παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Δημιουργείται έτσι ένα εύλογο αίσθημα αδικίας στην κοινωνία.
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι το τραπεζικό σύστημα στηρίχθηκε κατά την περίοδο της κρίσης με τεράστιους δημόσιους πόρους, μέσω ανακεφαλαιοποιήσεων και κρατικών εγγυήσεων. Οι Έλληνες φορολογούμενοι συνέβαλαν καθοριστικά στη διάσωση των τραπεζών. Είναι λοιπόν απολύτως θεμιτό να συζητάμε σήμερα αν ένα μέρος των υπερκερδών αυτών πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία.
Για τον λόγο αυτό προτείναμε να εξεταστεί μια έκτακτη και προσωρινή εισφορά στα υπερκέρδη των τραπεζών, στα πρότυπα χωρών όπως η Ιταλία. Δεν μιλάμε για τιμωρητική φορολόγηση ούτε για μέτρα που θα θέσουν σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Μιλάμε για μια στοχευμένη παρέμβαση, που θα αφορά μόνο το υπερβάλλον τμήμα των κερδών και θα έχει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα.
Τα έσοδα από μια τέτοια εισφορά θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν πολιτικές για το στεγαστικό πρόβλημα, τη στήριξη νέων οικογενειών ή ευάλωτων δανειοληπτών. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στις τράπεζες και την κοινωνία. Είναι να διασφαλίσουμε ότι η οικονομική επιτυχία ενός κλάδου δεν θα είναι αποκομμένη από τις ανάγκες της κοινωνίας που τον στήριξε στις πιο δύσκολες στιγμές.
Η περιφέρεια του Β2' Δυτικού Τομέα έχει ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά και ανάγκες. Ποιες υποδομές ή κρατικές παρεμβάσεις θεωρείτε ότι λείπουν περισσότερο από τα δυτικά προάστια σήμερα;
Η Β2’ Δυτικού Τομέα Αθηνών είναι μια περιοχή με τεράστιες δυνατότητες, αλλά δυστυχώς για πολλά χρόνια αντιμετωπίζεται ως η «πίσω αυλή» της πρωτεύουσας. Οι πολίτες των δυτικών προαστίων πληρώνουν τους ίδιους φόρους με όλους τους Έλληνες, αλλά συχνά λαμβάνουν λιγότερες δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές.
Το πρώτο μεγάλο ζήτημα είναι η υγεία. Μια περιοχή με περισσότερους από μισό εκατομμύριο κατοίκους δεν μπορεί να εξυπηρετείται ουσιαστικά από ένα μόνο μεγάλο νοσοκομείο, το Αττικόν, το οποίο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υποστελέχωσης και υπερφόρτωσης. Χρειαζόμαστε ενίσχυση των δομών υγείας και σχεδιασμό για ένα σύγχρονο πανεπιστημιακό νοσοκομείο που θα καλύπτει τις αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού.
Δεύτερον, υπάρχει το στεγαστικό πρόβλημα. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι αδυνατούν να αποκτήσουν δική τους κατοικία ή ακόμη και να νοικιάσουν με αξιοπρεπείς όρους. Απαιτούνται παρεμβάσεις για τον περιορισμό των στρεβλώσεων που δημιουργούν η ανεξέλεγκτη εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, η Golden Visa και η συγκέντρωση ακινήτων από funds, καθώς και ειδικά στεγαστικά προγράμματα για νέα ζευγάρια και οικογένειες.
Τρίτον, χρειάζεται αναπτυξιακή αποκέντρωση. Η μεταφορά δημόσιων υπηρεσιών όπως για παράδειγμα ενός Υπουργείου, διαφόρων οργανισμών και διοικητικών δομών στη Δυτική Αθήνα, θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, να ενισχύσει την τοπική οικονομία και να δώσει νέα πνοή σε περιοχές που σήμερα παραμένουν υποβαθμισμένες.
Τέταρτον, θα πρέπει να βελτιωθούν δραστικά οι συγκοινωνίες της δυτικής Αθήνας. Το Μετρό θα πρέπει να επεκταθεί σε όλους τους δήμους του Δυτικού Τομέα, σήμερα οι Δήμοι Ιλιού, Πετρούπολης και Αγ. Αναργύρων – Καματερού, δεν διαθέτουν καμία στάση Μετρό. Επίσης θα πρέπει να εξεταστεί η δημιουργία τούνελ κάτω από το Ποικίλο Ορός για την απ’ ευθείας οδική σύνδεση με την Αττική Οδό των δήμων του Δυτικού Τομέα.
Τέλος, απαιτείται ουσιαστική στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της τοπικής οικονομίας. Οι μικρές επιχειρήσεις πρέπει να αποκτήσουν πραγματική πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία και αναπτυξιακά προγράμματα, ώστε να σταματήσει η εικόνα εγκατάλειψης και οικονομικής στασιμότητας που συναντά κανείς σε πολλές γειτονιές της Δυτικής Αθήνας. Η περιοχή δεν ζητά προνόμια. Ζητά ίσες ευκαιρίες, σύγχρονες υποδομές και ένα κράτος που να θυμάται ότι και οι πολίτες των δυτικών προαστίων δικαιούνται ποιότητα ζωής και προοπτική.
Στο πρόσφατο άρθρο σας τονίζετε ότι η στέγη πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό αγαθό και όχι ως επενδυτικό προϊόν. Πώς κρίνετε τα κυβερνητικά προγράμματα τύπου «Σπίτι Μου» για τους νέους; Πιστεύετε ότι βοηθούν ουσιαστικά τα νέα ζευγάρια, ή μήπως τα υψηλά τραπεζικά κριτήρια αποκλείουν τη μέση λαϊκή οικογένεια, ειδικά σε περιοχές όπως η Δυτική Αθήνα;
Το στεγαστικό πρόβλημα αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη κοινωνική πρόκληση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι νέοι άνθρωποι στην Ελλάδα. Η βασική μας διαφωνία με την κυβερνητική πολιτική είναι ότι αντιμετωπίζει κυρίως τα συμπτώματα και όχι τις αιτίες του προβλήματος.
Προγράμματα όπως το «Σπίτι Μου» κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση ως προς την πρόθεση να στηριχθούν οι νέοι στην απόκτηση πρώτης κατοικίας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους είναι περιορισμένη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, τα αυστηρά τραπεζικά κριτήρια αποκλείουν μεγάλο αριθμό νέων εργαζομένων, ιδιαίτερα εκείνους που έχουν χαμηλότερα ή ασταθή εισοδήματα. Δεύτερον, όταν αυξάνεται η ζήτηση χωρίς να αυξάνεται παράλληλα η προσφορά κατοικιών, υπάρχει ο κίνδυνος να αυξηθούν περαιτέρω οι τιμές των ακινήτων, κάτι που έχει επισημανθεί ακόμη και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Στη Δυτική Αθήνα το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο. Πολλά νέα ζευγάρια διαθέτουν εισοδήματα που δεν επαρκούν για να καλύψουν τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης, ενώ ταυτόχρονα βλέπουν τα ενοίκια και τις τιμές αγοράς να αυξάνονται διαρκώς. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένουν στο πατρικό τους μέχρι τα 35 ή και τα 40 χρόνια, αναβάλλοντας τη δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση παιδιών.
Η ΝΙΚΗ πιστεύει ότι η κατοικία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επενδυτικό προϊόν αλλά ως θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό. Γι’ αυτό προτείνουμε ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο αύξησης της προσφοράς κατοικιών, αξιοποίηση των χιλιάδων ακινήτων που βρίσκονται σε τράπεζες και servicers, περιορισμό των στρεβλώσεων που δημιουργούν τα funds και η Golden Visa, καθώς και ειδικά στεγαστικά προγράμματα που θα συνδέονται με τη στήριξη της οικογένειας και τον αριθμό των παιδιών.
Παράλληλα, θεωρούμε αναγκαία την ανανέωση του γερασμένου κτιριακού αποθέματος της χώρας μέσω ενός μεγάλου προγράμματος ανακατασκευής και δημιουργίας νέων κατοικιών. Η Ελλάδα δεν έχει έλλειψη κτιρίων. Έχει έλλειψη προσιτής στέγης. Και αυτό είναι το πρόβλημα που οφείλουμε να λύσουμε.
Με ποια κριτήρια θεωρείτε ότι θα ψηφίσουν οι πολίτες στις επόμενες εκλογές; Ποιο ρόλο θα διαδραματίσουν στα κριτήρια ψήφου τα σκάνδαλα, η οικονομία και τα εθνικά θέματα;
Πιστεύω ότι στις επόμενες εκλογές οι πολίτες θα ψηφίσουν πρωτίστως με βάση όσα βιώνουν στην καθημερινότητά τους. Και αυτό που βιώνει σήμερα κάθε ελληνικό νοικοκυριό με την ακρίβεια είναι πρωτόγνωρο. Οι τιμές έχουν σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ και η αγοραστική δύναμη των πολιτών συρρικνώνεται διαρκώς. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η εξέλιξη δεν είναι τυχαία. Αποτελεί συνέπεια πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η οποία επέτρεψε τη δημιουργία και τη συντήρηση ισχυρών καρτελικών καταστάσεων σε κρίσιμους τομείς, από την ενέργεια μέχρι τα τρόφιμα. Ο Έλληνας πληρώνει καθημερινά το κόστος αυτής της πολιτικής.
Την ίδια στιγμή, παρακολουθούμε τη σταδιακή διάλυση του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα της οικονομίας. Η παραγωγική βάση της χώρας αποδυναμώνεται, ενώ όλα μοιάζουν να θυσιάζονται στον βωμό ενός ακραίου νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Αρκεί να δει κανείς την πορεία των πόρων του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης για να διαπιστώσει πόσα λίγα κατέληξαν στην πραγματική οικονομία, στις μικρές επιχειρήσεις και στους παραγωγούς. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια σοβαρή παραγωγική αποδιοργάνωση της χώρας.
Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσουν και τα σκάνδαλα. Οι συνεχείς αποκαλύψεις έχουν πλήξει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα, ενώ η χώρα μας βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο ερευνών και υποθέσεων που απασχολούν ακόμη και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα θα έχουν και τα εθνικά ζητήματα. Ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας είναι μεθοδικός και δεν επιτρέπεται να τον υποτιμήσουμε.
Επίσης, η μαζική απώλεια περιουσιών, κατοικιών, αγροτικών εκτάσεων και επιχειρήσεων προς ξένα επενδυτικά σχήματα δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για τη διατήρηση της οικονομικής και εθνικής κυριαρχίας της χώρας. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς μια διαφορετική διαχείριση των ίδιων πολιτικών. Χρειάζεται μια βαθιά αλλαγή πορείας, με ένα νέο παραγωγικό, κοινωνικό και εθνικό όραμα που θα δώσει ξανά προοπτική στον τόπο.
Ποιο είναι το μήνυμά σας προς όσους αμφισβητούν ότι η ΝΙΚΗ θα καταφέρει να ξεπεράσει το όριο εισόδου στη Βουλή; Τι είναι αυτό που σας κάνει αισιόδοξο ότι το κόμμα θα έχει ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία και στην επόμενη Βουλή με δεδομένο ότι οι δημοσκοπήσεις σας δείχνουν χαμηλά και μακριά από το 3%.
Σχετικά με τις δημοσκοπήσεις, οφείλω να σημειώσω ότι ολοένα και περισσότερο αναδεικνύεται δημόσια η συζήτηση για τον ρόλο και τη χρηματοδότηση των εταιρειών δημοσκοπήσεων τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για έναν τομέα που έχει δεχθεί έντονη κριτική και ερωτήματα από την κοινωνία, καθώς διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό κλίμα.
Αυτό δεν σημαίνει πως απορρίπτουμε τις δημοσκοπήσεις, τις παρακολουθούμε και τις διαβάζουμε προσεκτικά, αλλά ταυτόχρονα είμαστε επιφυλακτικοί. Πιστεύουμε ότι μια μερίδα πολιτών δεν απαντά στα ερωτηματολόγια ή δίνει αναληθείς απαντήσεις, οπότε η αξιοπιστία τους περιορίζεται, ως ένα βαθμό.
Η ΝΙΚΗ δεν εγκλωβίζεται σε αυτές τις μετρήσεις. Διαθέτει θέσεις, πρόγραμμα και κυρίως όραμα για την πατρίδα. Δεν βασίζεται σε επικοινωνιακές κατασκευές, αλλά σε πραγματική επαφή με την κοινωνία και σταθερή παρουσία δίπλα στον πολίτη.
Τα συστημικά μέσα ενημέρωσης, σε πολλές περιπτώσεις, δεν προβάλλουν επαρκώς αυτές τις θέσεις, καθώς δεν εξυπηρετούν το κυρίαρχο πολιτικό και οικονομικό αφήγημα. Παρ’ όλα αυτά, εμείς δεν σταματούμε ούτε κάνουμε πίσω. Συνεχίζουμε με συνέπεια την παρουσία μας σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, πόρτα-πόρτα, μιλώντας απευθείας με τους πολίτες.
Στον Β2 Δυτικό Τομέα Αθηνών, στην καθημερινή μου επαφή με τους συμπολίτες, διαπιστώνω ότι η εικόνα που παρουσιάζουν οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνει πάντα την πραγματική διάθεση της κοινωνίας. Υπάρχει έντονη ανάγκη για ειλικρινή πολιτικό λόγο και για μια διαφορετική πορεία της χώρας.
Πιστεύουμε ότι η Ελλάδα αξίζει και μπορεί κάτι καλύτερο. Οι πολίτες και τα παιδιά μας αξίζουν να ζουν σε μια υπερήφανη πατρίδα που θα αξιοποιεί τον πλούτο της και δεν θα εξαρτάται από εξωγενή κέντρα επιρροής.
Σήμερα απαιτείται μια βαθιά πολιτισμική και αξιακή αλλαγή, μακριά από πρότυπα αποδόμησης και επιβαλλόμενες ατζέντες που δεν εκφράζουν την ελληνική κοινωνία. Χρειαζόμαστε να επανασυνδεθούμε με την παράδοση, την πίστη, την ιστορία και τα στοιχεία εκείνα που διαχρονικά κράτησαν ενωμένο τον ελληνισμό.
Αυτό είναι και το πραγματικό διακύβευμα της εποχής μας.

