Ο Κύκλος Οικονομικής & Κοινωνικής Ανάλυσης του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

Ινστιτούτο ΕΝΑ: Οι δημόσιες δαπάνες υγείας στην Ελλάδα μειώνονται, οι ιδιωτικές αυξάνονται και η πρόσβαση για τους πολίτες δυσκολεύει

Ο Κύκλος Οικονομικής & Κοινωνικής Ανάλυσης του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ δημοσιεύει τη νέα ανάλυση της σειράς Focus ENA | Oικονομία, για τις δαπάνες και την πρόσβαση στον τομέα της Υγείας στην Ελλάδα.

 

Οι δημόσιες δαπάνες υγείας στην Ελλάδα μειώθηκαν σημαντικά στην περίοδο της κρίσης χρέους και των μνημονίων και δεν έχουν επανακάμψει μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που παρουσιάζει το διάγραμμα 1, το ελληνικό κράτος δαπάνησε 5,7% του ΑΕΠ το 2024 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) για την παροχή υπηρεσιών υγείας, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από το 7,4%  που δαπάνησαν κατά μέσο όρο οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Πιο αναλυτικά, οι δημόσιες δαπάνες υγείας από το 6,9% του ΑΕΠ το 2010 – αρκετά κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο – έπεσαν στο 4,8% του ΑΕΠ το 2014, κατά την περίοδο της κρίσης. Στη συνέχεια αυξήθηκαν στο 5,7% του ΑΕΠ μέχρι το 2019, έκτοτε όμως παρέμειναν στάσιμες στο ίδιο ακριβώς ποσοστό έως το 2024, αρκετά κάτω από τα επίπεδα προ της κρίσης αλλά και τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Οι υπηρεσίες υγείας δεν παρέχονται μόνο από το κράτος αλλά και από ιδιώτες. Ο ΟΟΣΑ παρέχει αναλυτικά στοιχεία για τις δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες υγείας ανά άτομο σε σταθερές τιμές ώστε να είναι εφικτή η διαχρονική σύγκριση. Το διάγραμμα 2 παρουσιάζει αυτά τα στοιχεία για την Ελλάδα στα ίδια έτη.

 

Η γενική εικόνα επιβεβαιώνει το συμπέρασμα του προηγούμενου διαγράμματος. Οι συνολικές και οι δημόσιες δαπάνες υγείας μειώθηκαν αισθητά στην περίοδο της κρίσης και άρχισαν να ανακάμπτουν μετά το 2014, χωρίς ωστόσο να φτάσουν τα επίπεδα πριν την κρίση. Το νέο και ενδιαφέρον στοιχείο που δείχνει το διάγραμμα 2 είναι η αύξηση των ιδιωτικών δαπανών υγείας που ξεπερνούν αισθητά τα προ κρίσης επίπεδα, τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς όρους. Συγκεκριμένα, η μέση ιδιωτική δαπάνη υγείας έπεσε από τα 677 ευρώ το 2010 (31,1% του συνόλου) στα 606 ευρώ το 2014 (41,1%), αυξήθηκε ελαφρά στα 625 ευρώ το 2019 (38,4%) και εκτοξεύθηκε στα 759 ευρώ το 2024 (40,3%), ξεπερνώντας το επίπεδο του 2010.

Αν τα παραπάνω τεκμηριώνουν την σοβαρή μείωση των δημόσιων δαπανών υγείας στην Ελλάδα και την αύξηση των ιδιωτικών δαπανών, αξίζει να δούμε και την εξέλιξη της πρόσβασης των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας. Η Eurostat δημοσιοποιεί αναλυτικά στοιχεία για το ποσοστό του πληθυσμού που αδυνατεί να πραγματοποιήσει αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα στοιχεία αυτά  παρουσιάζονται στο διάγραμμα 3.

Τα στοιχεία του διαγράμματος αποτυπώνουν την μεγάλη δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2010 το 5,5% του ελληνικού πληθυσμού δεν μπορούσε να κάνει ιατρικές εξετάσεις, όταν το ποσοστό αυτό για τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν μόλις 3,5%. Στη διάρκεια της κρίσης το ποσοστό αυτό διπλασιάστηκε, φτάνοντας το 10,9% για την Ελλάδα το 2014, όταν στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 4%. Μέχρι το 2019 κατάφερε να μειωθεί στην Ελλάδα αισθητά στο 8,1%, παραμένοντας ωστόσο πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο του 1,7%. Όμως από το 2019 μέχρι το 2025 υπήρξε στην Ελλάδα μια εντυπωσιακή αύξηση του πληθυσμού που αδυνατεί να κάνει ιατρικές εξετάσεις από το 8,1% στο 11,5%. Να σημειωθεί ότι πρόκειται για το υψηλότερο, με διαφορά, ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πενταπλάσιο του μέσου ευρωπαϊκού όρου.

Αυτή η σοβαρή επιδείνωση στην πρόσβαση των πολιτών σε ιατρικές εξετάσεις μετά το 2019 δεν μπορεί να εξηγηθεί εύκολα καθώς οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία παρουσιάζουν στασιμότητα σε όρους ΑΕΠ (διάγραμμα 1) και αύξηση σε κατά κεφαλή όρους (διάγραμμα 2). Αξίζει όμως να δούμε κάπως πιο αναλυτικά τις αιτίες για αυτή την αδυναμία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα. Οι αιτίες αυτές παρουσιάζονται στο  διάγραμμα 4.

Όπως φαίνεται, το υψηλό κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας αποτελεί την κύρια αιτία που εμποδίζει τους Έλληνες πολίτες να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις. Ειδικότερα, το ποσοστό των πολιτών που δεν διαθέτει τους οικονομικούς πόρους για ιατρικές εξετάσεις αυξήθηκε από 4,2% το 2010 σε 9,7% το 2014, μειώθηκε στο 7,5% το 2019 και αυξήθηκε ξανά στο 8,8% το 2025. Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι το 2025 αυξήθηκε και ο ρόλος της μακράς αναμονής αλλά και της μεγάλης απόστασης (από τις σχετικές δομές υγείας), αιτίες που δεν παρουσίασαν σημαντικές μεταβολές τα προηγούμενα χρόνια.

Συμπερασματικά, παρατηρούμε μια σημαντική επιδείνωση της πρόσβασης των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας που έως ένα βαθμό εξηγείται από τη μείωση των δημόσιων δαπανών στη διάρκεια της κρίσης. Ειδικά από το 2019 μέχρι το 2025 καταγράφεται μια σοβαρή αύξηση του ποσοστού των πολιτών που δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις, κάτι που πιθανότατα εξηγείται από την υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας (αναμονές και απόσταση), αλλά και το υψηλό κόστος.