Για μια Εθνική στρατηγική για το μεταναστευτικό και το άσυλο.
Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ
Η Ελλάδα βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια στην πρώτη γραμμή του μεταναστευτικού προβλήματος. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης αποτελεί μία από τις βασικότερες πύλες εισόδου παράτυπων μεταναστών προς την Ευρώπη και έχει σηκώσει δυσανάλογο βάρος σε σχέση με τις πραγματικές της δυνατότητες. Τα τελευταία είκοσι χρόνια η πατρίδα μας βίωσε διαδοχικά μεταναστευτικά κύματα, τα οποία δοκίμασαν τις αντοχές της κοινωνίας, της οικονομίας και των τοπικών κοινωνιών, ιδιαίτερα στα νησιά του Αιγαίου και στις παραμεθόριες περιοχές.
Αυτές τις μέρες βλέπουμε ότι η Κρήτη και η Γαύδος αντιμετωπίζουν μια πρωτοφανή έξαρση μεταναστευτικών ροών, καθώς χιλιάδες άνθρωποι καταφθάνουν στα νότια παράλιά τους, κυρίως μέσω των θαλάσσιων δρόμων από τη Λιβύη. Η γεωγραφική θέση των νησιών τα έχει μετατρέψει σε βασικό σημείο εισόδου, δοκιμάζοντας έντονα τις αντοχές των τοπικών υποδομών. Το Λιμενικό Σώμα και η FRONTEX πραγματοποιούν συνεχείς επιχειρήσεις διάσωσης, ενώ οι διασωθέντες μεταφέρονται σε προσωρινούς χώρους φιλοξενίας. Η κατάσταση αυτή προκαλεί έντονη ανησυχία στους κατοίκους και τις δημοτικές αρχές, ιδιαίτερα λόγω της πίεσης που ασκείται στους περιορισμένους πόρους των τοπικών κοινωνιών.
Η κυβέρνηση μπορεί να διακηρύσσει ότι ακολουθεί αυστηρή μεταναστευτική πολιτική, όμως τα αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα. Οι επιστροφές όσων δεν δικαιούνται άσυλο εξακολουθούν να είναι ανεπαρκείς, οι διαδικασίες συχνά καθυστερούν και η χώρα εξακολουθεί να λειτουργεί ως τόπος μακροχρόνιας παραμονής χιλιάδων ανθρώπων των οποίων τα αιτήματα έχουν απορριφθεί. Η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής δεν κρίνεται από τις δηλώσεις αλλά από τα μετρήσιμα αποτελέσματα.
Δυστυχώς, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη αποδείχθηκε πολλές φορές περισσότερο θεωρητική παρά ουσιαστική. Οι εταίροι μας, μακριά από τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συχνά εμφανίζονται υπέρμαχοι των ανθρωπιστικών διακηρύξεων και της ανοιχτής πολιτικής. Όταν όμως οι μεταναστευτικές ροές πλησιάζουν τα δικά τους σύνορα, τότε υιοθετούν πολύ αυστηρότερες πρακτικές, κλείνουν περάσματα και λαμβάνουν μέτρα που δεν διστάζουν να αρνηθούν σε χώρες όπως η Ελλάδα. Αυτή η υποκρισία δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Η πρόσφατη ψήφιση του νόμου για τις ρυθμίσεις σχετικά με τη μετανάστευση και το άσυλο έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική συγκυρία. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι πολεμικές συγκρούσεις, η πολιτική αστάθεια και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις δημιουργούν τις προϋποθέσεις για νέα και μαζικά μεταναστευτικά κύματα προς την Ευρώπη. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, εάν η κατάσταση επιδεινωθεί περαιτέρω, θα εκδηλωθούν νέα μαζικά μεταναστευτικά κύματα προς την Ευρώπη.
Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επιτρέψουμε η χώρα μας να μετατραπεί εκ νέου σε μια απέραντη αποθήκη ψυχών. Η Ελλάδα οφείλει να προστατεύσει τα σύνορά της, να υπερασπιστεί την εθνική της κυριαρχία και να απαιτήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ουσιαστική κατανομή των βαρών και όχι απλές διακηρύξεις καλών προθέσεων.
Ωστόσο, το μεταναστευτικό δεν είναι μόνο ζήτημα διαχείρισης πληθυσμών. Είναι και ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Η πρόσφατη υπόθεση στην Κρήτη, με τη σύλληψη Παλαιστίνιου που φέρεται να εμπλέκεται σε δραστηριότητες κατασκοπείας και σε σχεδιασμούς που θα μπορούσαν να απειλήσουν την ασφάλεια της χώρας μας, αποτελεί ένα ηχηρό καμπανάκι κινδύνου. Σε μια εποχή αυξημένης διεθνούς έντασης, τρομοκρατικών απειλών και υβριδικών μορφών πολέμου, ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι ανάμεσα στις μεγάλες μεταναστευτικές ροές δεν θα παρεισφρήσουν και στοιχεία συνδεόμενα με ακραίες ισλαμιστικές οργανώσεις ή άλλα δίκτυα που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση ευρωπαϊκών κρατών;
Η απάντηση είναι απλή: κανείς δεν μπορεί να το αποκλείσει. Και ακριβώς γι’ αυτό η Πολιτεία οφείλει να λειτουργεί με σοβαρότητα, πρόνοια και αυξημένη εγρήγορση. Η προστασία της ασφάλειας των Ελλήνων πολιτών δεν αποτελεί ούτε υπερβολή ούτε ιδεοληψία. Είναι πρωταρχικό καθήκον κάθε υπεύθυνης κυβέρνησης.
Πέρα όμως από την ασφάλεια, υπάρχει και το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής. Η εμπειρία πολλών ευρωπαϊκών χωρών έχει δείξει ότι η μαζική και ανεξέλεγκτη είσοδος πληθυσμών με διαφορετικά πολιτισμικά και θρησκευτικά χαρακτηριστικά δημιουργεί συχνά σοβαρές δυσκολίες ένταξης. Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις την εμφάνιση φαινομένων γκετοποίησης, κοινωνικών εντάσεων και αυξημένης εγκληματικότητας, τα οποία συνδέονται με την αποτυχία των πολιτικών ενσωμάτωσης.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα με βαθιές ιστορικές, πολιτισμικές και χριστιανικές ρίζες. Η ταυτότητα αυτή δεν πρέπει να θεωρείται εμπόδιο, αλλά στοιχείο συνοχής και συνέχειας του έθνους μας. Η ανεξέλεγκτη πληθυσμιακή αλλοίωση και η δημιουργία παράλληλων κοινωνιών δεν μπορούν να αποτελέσουν λύση για κανένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η αντίληψη που κατά καιρούς εκφράζεται από κυβερνητικά στελέχη ότι το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσω της μετανάστευσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είχε στο παρελθόν αφήσει να εννοηθεί πως οι μεταναστευτικές ροές θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της δημογραφικής συρρίκνωσης.
Η λογική αυτή είναι λανθασμένη και επικίνδυνη. Το δημογραφικό πρόβλημα δεν λύνεται με την αντικατάσταση του πληθυσμού μιας χώρας. Λύνεται με τη στήριξη της ελληνικής οικογένειας, με ουσιαστικά κίνητρα για την απόκτηση παιδιών, με στεγαστική πολιτική για τα νέα ζευγάρια, με φορολογικές ελαφρύνσεις και με ένα συνολικό σχέδιο αναγέννησης της ελληνικής κοινωνίας. Αντί να επενδύουμε στους Έλληνες νέους και στις οικογένειές τους, ακούμε συχνά θεωρίες που αντιμετωπίζουν το δημογραφικό ως ένα ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί μέσω της μαζικής μετανάστευσης. Ακόμη όμως και όσοι θεωρούν ότι η μετανάστευση μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι προτεραιότητα πρέπει να αποτελεί η επιστροφή των Ελλήνων της διασποράς.
Η εμπειρία αρκετών ευρωπαϊκών χωρών τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι η ενσωμάτωση μεγάλων μεταναστευτικών πληθυσμών κυρίως από χώρες της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και της ευρύτερης μουσουλμανικής ζώνης, δεν είναι ούτε αυτόματη ούτε δεδομένη. Σε πολλές περιπτώσεις έχουν αναπτυχθεί παράλληλες κοινωνίες, φαινόμενα γκετοποίησης και έντονες κοινωνικές εντάσεις, παρά τις σημαντικές προσπάθειες των κρατών να προωθήσουν πολιτικές ένταξης.
Η εμπειρία δείχνει ότι οι πολιτικές ένταξης που στηρίζονται αποκλειστικά σε οικονομικές παροχές δεν αρκούν για την επίτευξη ουσιαστικής κοινωνικής ενσωμάτωσης. Η εργασία, εκμάθηση της γλώσσας, η αποδοχή των θεμελιωδών κανόνων της χώρας υποδοχής και η ενεργός συμμετοχή στην κοινωνική ζωή αποτελούν εξίσου κρίσιμες προϋποθέσεις. Χώρες όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία έχουν ιστορικά δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην εργασία, στην εκμάθηση της γλώσσας και στην αποδοχή των βασικών κανόνων της χώρας υποδοχής.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο, το όνομα Μοχάμεντ –μαζί με τις διάφορες παραλλαγές γραφής του– συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των δημοφιλέστερων ονομάτων που δίνονται στα νεογέννητα αγόρια. Το γεγονός αυτό αποτυπώνει τις σημαντικές δημογραφικές μεταβολές που συντελούνται σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες και αναδεικνύει την ανάγκη για σοβαρή συζήτηση σχετικά με την κοινωνική συνοχή, την πολιτισμική ταυτότητα και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών ενσωμάτωσης.
Η Ελλάδα οφείλει να διδαχθεί και από παραδείγματα χωρών που αντιμετώπισαν με αποφασιστικότητα την παράνομη μετανάστευση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αυστραλίας, η οποία έχει εφαρμόσει αυστηρό μοντέλο αποτροπής των παράνομων θαλάσσιων αφίξεων, προβλέποντας επιστροφή, περιφερειακή επεξεργασία αιτημάτων και αποκλεισμό της παράνομης εισόδου ως οδού μόνιμης εγκατάστασης στη χώρα. Όσοι εισέρχονται παράνομα στη χώρα πολύ δύσκολα αποκτούν το δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης ή πολιτογράφησης λόγω της παράνομης εισόδου τους.
Αντίστοιχα, η Ελλάδα οφείλει να εξετάσει ένα αυστηρό και σαφές νομοθετικό πλαίσιο, σύμφωνα πάντοτε με το Σύνταγμα, το ευρωπαϊκό δίκαιο και τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, το οποίο θα προβλέπει ότι η παράνομη είσοδος δεν μπορεί να αποτελεί οδό απόκτησης ελληνικής ιθαγένειας ή μόνιμης εγκατάστασης. Παράλληλα, απαιτείται η δημιουργία αποτελεσματικών κλειστών και ελεγχόμενων δομών φιλοξενίας μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών ασύλου ή επιστροφής.
Εξίσου αναγκαία είναι η συστηματική εφαρμογή των επιστροφών και των απελάσεων για όσους δεν δικαιούνται διεθνούς προστασίας. Δεν είναι δυνατόν να απορρίπτεται ένα αίτημα ασύλου και ο ενδιαφερόμενος να παραμένει επί χρόνια στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να διαμορφώσει κοινό μηχανισμό επιστροφών, με ενιαίες διαδικασίες, συμφωνίες επανεισδοχής με τρίτες χώρες και ουσιαστική συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών. Χωρίς αποτελεσματικές επιστροφές, κάθε μεταναστευτική πολιτική καθίσταται αναποτελεσματική και εκπέμπει μήνυμα ότι η παράνομη είσοδος τελικά ανταμείβεται.
Η προστασία των συνόρων, η ταχεία εξέταση των αιτημάτων ασύλου, οι συστηματικές επιστροφές όσων δεν δικαιούνται προστασία και η δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ των κρατών-μελών αποτελούν προϋποθέσεις για μια μεταναστευτική πολιτική που θα υπηρετεί τόσο την ασφάλεια των ευρωπαϊκών κοινωνιών όσο και την πραγματική προστασία όσων έχουν πράγματι ανάγκη διεθνούς προστασίας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατραπεί ξανά σε χώρο μόνιμης εγκατάστασης μεταναστευτικών ροών που ολόκληρη η Ευρώπη αδυνατεί ή αρνείται να διαχειριστεί. Η προστασία των συνόρων δεν είναι πράξη απομόνωσης αλλά πράξη ευθύνης απέναντι στους Έλληνες πολίτες και στις επόμενες γενιές. Η πατρίδα μας οφείλει να παραμείνει ασφαλής, συνεκτική και κυρίαρχη.

