Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή της ΝΙΚΗΣ.
Οι εξελίξεις στις υποθέσεις φερόμενης φοροδιαφυγής που αφορούν την Pizza Fan και την αλυσίδα φούρνων «Χωριάτικο» αποτελούν σαφώς θετική εξέλιξη. Συγχαρητήρια στο Ελληνικό FBI για το έργο του και σε όλους τους υπαλλήλους των ελεγκτικών και διωκτικών υπηρεσιών που συμβάλλουν στην προστασία των δημοσίων εσόδων. Κάθε σοβαρή έρευνα αξίζει αναγνώριση. Η κοινωνία δικαιούται να βλέπει ότι ο νόμος εφαρμόζεται και στις μεγάλες επιχειρηματικές υποθέσεις, με επαγγελματισμό, ανεξαρτησία και επιμονή μέχρι την τελική τους κατάληξη.
Στην υπόθεση της Pizza Fan, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας (Ελληνικό FBI), η εκτιμώμενη ζημία του Δημοσίου υπερβαίνει τα 35 εκατομμύρια ευρώ και η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη τα 150 εκατομμύρια. Η έρευνα περιγράφει μηχανισμό παρέμβασης στο σύστημα παραγγελιοληψίας, ώστε να ολοκληρώνονται συναλλαγές χωρίς τις προβλεπόμενες αποδείξεις. Πρόκειται για εξαιρετικά σοβαρά ευρήματα που απαιτούν πλήρη διερεύνηση και δικαστική αξιολόγηση.
Για το «Χωριάτικο», οι δημοσιευμένες πληροφορίες αναφέρουν συλλήψεις στο πλαίσιο έρευνας για φορολογική απάτη εκατομμυρίων ευρώ. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να εξακριβώσουν τις πράξεις και τις ατομικές ευθύνες. Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει για όλους και η απαίτηση αυστηρού ελέγχου συμβαδίζει με τον σεβασμό στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.
Η αναγνώριση αυτών των ενεργειών συνοδεύεται, όμως, από ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα: τι συμβαίνει με τις υπόλοιπες μεγάλες υποθέσεις φοροδιαφυγής; Για δεκάδες φακέλους που κατά καιρούς απασχολούν τη δημόσια συζήτηση, με αναφορές σε ποσά δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, απαιτείται ουσιαστική ενημέρωση. Πόσοι έλεγχοι ολοκληρώθηκαν, πόσοι καταλογισμοί επιβεβαιώθηκαν, πόσες υποθέσεις εκδικάστηκαν και πόσα χρήματα εισπράχθηκαν; Η απουσία κατανοητού δημόσιου απολογισμού αφήνει εύλογα ερωτήματα αναπάντητα και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των συνεπών φορολογουμένων.
Ιδιαίτερη ευθύνη έχει και η Δικαιοσύνη ως προς τον χρόνο εξέτασης των μεγάλων φορολογικών υποθέσεων. Η πολυετής αναμονή μέχρι την εκδίκαση και την οριστική επίλυση μιας διαφοράς αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα του ελέγχου. Δημιουργεί κινδύνους παραγραφής, όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, δυσχεραίνει την αναζήτηση αποδεικτικών στοιχείων και μπορεί να καταστήσει την είσπραξη εξαιρετικά δύσκολη, όταν στο μεταξύ έχουν χαθεί περιουσιακά στοιχεία ή έχει καταστεί αφερέγγυος ο υπόχρεος.
Χρειάζεται, βεβαίως, ακρίβεια: η ποινική παραγραφή, η παραγραφή του δικαιώματος φορολογικού καταλογισμού και η παραγραφή της είσπραξης αποτελούν διαφορετικά ζητήματα. Ωστόσο, η πολιτική απαίτηση παραμένει κοινή: οι αρμόδιοι θεσμοί πρέπει να ενεργούν εγκαίρως, ώστε η καθυστέρηση να μη ματαιώνει την απόδοση ευθυνών και την ανάκτηση των οφειλομένων. Η επιτάχυνση προϋποθέτει επαρκή στελέχωση, εξειδίκευση και σωστή προετοιμασία των φακέλων, με πλήρη σεβασμό στη δικαστική ανεξαρτησία και στα δικαιώματα των διαδίκων.
Ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που αναδεικνύονται στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής είναι η αδυναμία της Πολιτείας να διασφαλίσει την έγκαιρη και αποτελεσματική απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Ενώ οι αρμόδιες φορολογικές αρχές διενεργούν ελέγχους, διαπιστώνουν παραβάσεις και εκδίδουν καταλογιστικές πράξεις, η ποινική διερεύνηση και εκδίκαση των αντίστοιχων αδικημάτων συχνά παραμένει σε εκκρεμότητα επί σειρά ετών. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, και ειδικότερα το άρθρο 81 του ν. 5104/2024, προβλέπει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας και της παραγραφής μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς. Ωστόσο, η νομοθετική αποτροπή της παραγραφής δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως επιτυχία του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, όταν η ουσιαστική ποινική κρίση μετατίθεται διαρκώς στο μέλλον. Η Πολιτεία δεν μπορεί να θεωρεί ότι εκπληρώνει τη θεσμική της αποστολή απλώς και μόνο επειδή εμποδίζει την παραγραφή ενός αδικήματος, ενώ ταυτόχρονα αδυνατεί να εξασφαλίσει την εκδίκασή του μέσα σε εύλογο χρόνο.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα της ουσιαστικής ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου. Δεν είναι θεσμικά ανεκτό υποθέσεις φοροδιαφυγής αντίστοιχης βαρύτητας να ακολουθούν εντελώς διαφορετικές χρονικές διαδρομές, εξαιτίας της ανομοιόμορφης λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιών, του φόρτου εργασίας των δικαστηρίων ή των καθυστερήσεων στην οριστικοποίηση των φορολογικών διαφορών. Η ποινική δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί με διαφορετικές ταχύτητες, ούτε η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του ποινικού νόμου να εξαρτάται από οργανωτικές αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού. Η ισονομία δεν εξαντλείται στην τυπική πρόβλεψη των ίδιων κανόνων για όλους, αλλά προϋποθέτει και την ουσιαστική δυνατότητα της Πολιτείας να τους εφαρμόζει με συνέπεια, αποτελεσματικότητα και χωρίς αδικαιολόγητες διαφοροποιήσεις. Η πολυετής εκκρεμότητα υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου, αποδυναμώνει την αποδεικτική διαδικασία και πλήττει τόσο το δημόσιο συμφέρον όσο και τα δικαιώματα των κατηγορουμένων, οι οποίοι δικαιούνται να γνωρίζουν μέσα σε εύλογο χρόνο εάν ευθύνονται ποινικά.
Η αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης απαιτεί ουσιαστικές θεσμικές παρεμβάσεις και όχι αποσπασματικές νομοθετικές τροποποιήσεις. Είναι αναγκαία η συγκρότηση εξειδικευμένων δικαστικών σχηματισμών για την εκδίκαση σοβαρών υποθέσεων φοροδιαφυγής, η επαρκής στελέχωση των αρμόδιων εισαγγελικών και δικαστικών υπηρεσιών, η πραγματική εφαρμογή της κατά προτεραιότητα εκδίκασης των σχετικών διοικητικών διαφορών και η δημιουργία ενιαίου ψηφιακού μηχανισμού παρακολούθησης της πορείας των υποθέσεων, από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας. Παράλληλα, επιβάλλεται η άμεση και αυτοματοποιημένη ενημέρωση των εισαγγελικών αρχών για την οριστικοποίηση των φορολογικών πράξεων, ώστε να αποφεύγονται πρόσθετες καθυστερήσεις μετά την άρση της νόμιμης αναστολής. Εξίσου αναγκαία είναι η δημοσιοποίηση αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων για τον χρόνο εκδίκασης, τις εκκρεμότητες και τις περιπτώσεις παραγραφής, προκειμένου να υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος της αποτελεσματικότητας του συστήματος.
Η ευθύνη για τη διαχρονική αυτή δυσλειτουργία είναι πρωτίστως θεσμική και πολιτική. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαρκή τροποποίηση των δικονομικών διατάξεων ούτε να μετακυλίει στους δικαστικούς λειτουργούς τις συνέπειες της ανεπαρκούς οργάνωσης και στελέχωσης των δικαστικών υπηρεσιών. Οφείλει, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, να εξασφαλίσει έναν αποτελεσματικό μηχανισμό συντονισμού της φορολογικής διοίκησης με τη διοικητική και την ποινική δικαιοσύνη, με απόλυτο σεβασμό στη δικαστική ανεξαρτησία. Διότι η πραγματική αποτυχία του κράτους δικαίου δεν συνίσταται μόνο στην παραγραφή ενός ποινικού αδικήματος, αλλά και στην αδυναμία του να οδηγήσει εγκαίρως μια σοβαρή υπόθεση σε οριστική δικαστική κρίση. Η αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των ελέγχων και το ύψος των καταλογισμών, αλλά και με την ικανότητα της Πολιτείας να εξασφαλίζει έγκαιρη, ουσιαστική και ισότιμη απονομή της δικαιοσύνης. Διότι δικαιοσύνη που απονέμεται με πολυετή καθυστέρηση κινδυνεύει να παύσει να λειτουργεί ως πραγματική εγγύηση του κράτους δικαίου.
Η κυβέρνηση οφείλει συνεπώς να παρουσιάζει αποτελέσματα σε ολόκληρη τη διαδρομή μιας υπόθεσης. Η σύλληψη υπόπτων και η αρχική εκτίμηση της ζημίας απέχουν από την οριστική βεβαίωση και την πραγματική είσπραξη. Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει αν οι ανακοινώσεις ακολουθούνται από τεκμηριωμένους καταλογισμούς, έγκαιρη δικαστική κρίση και επιστροφή χρημάτων στο δημόσιο ταμείο.
Η μεγάλη φοροδιαφυγή έχει άμεσο κοινωνικό κόστος. Στερεί πόρους από νοσοκομεία, σχολεία και κοινωνική προστασία, ενώ αδικεί τον επαγγελματία που εκδίδει αποδείξεις και καταβάλλει φόρους και εισφορές. Ο συνεπής επιχειρηματίας καλείται να ανταγωνιστεί εκείνον που μειώνει παράνομα τις υποχρεώσεις του, την ώρα που η κυβέρνηση επιβάλλει τεκμαρτές επιβαρύνσεις σε μικρούς επαγγελματίες, ακόμη και όταν τα πραγματικά εισοδήματά τους είναι περιορισμένα.
Η ΝΙΚΗ ζητεί περιοδικό δημόσιο απολογισμό για τις μεγάλες φορολογικές υποθέσεις, με συγκεντρωτικά στοιχεία για ελέγχους, καταλογισμούς, δικαστικές εκκρεμότητες και εισπράξεις, με σεβασμό στο φορολογικό απόρρητο. Ζητεί ενίσχυση των ελεγκτικών υπηρεσιών και της δικαστικής υποδομής, καθώς και έγκαιρες νόμιμες ενέργειες διασφάλισης των δημοσίων απαιτήσεων. Παράλληλα, απαιτείται προστασία των εργαζομένων, οι οποίοι δεν μπορούν να ταυτίζονται συλλήβδην με τις πράξεις που αποδίδονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Οι πρόσφατες εξελίξεις δημιουργούν προσδοκίες που η πολιτεία οφείλει να δικαιώσει. Η φορολογική δικαιοσύνη απαιτεί συνέχεια μέχρι την έγκαιρη και τεκμηριωμένη κατάληξη κάθε υπόθεσης. Ο πολίτης που πληρώνει με δυσκολία τους φόρους του δικαιούται ένα κράτος που ελέγχει αποτελεσματικά, απονέμει δικαιοσύνη εγκαίρως και εισπράττει όσα αποδεδειγμένα του οφείλονται.

